ανεβοκατεβαίνω


ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνω, ανεβοκατέβηκα βλ. πίν. 92

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανεβοκατεβαίνω — 1. ανεβαίνω και κατεβαίνω πολλές φορές 2. (για τιμές) ακριβαίνω και φθηναίνω …   Dictionary of Greek

  • ανεβοκατεβαίνω — έβηκα 1. ανεβαίνω και κατεβαίνω επανειλημμένα κάτι: Γιατί ανεβοκατεβαίνεις όλη την ώρα τις σκάλες; 2. ανατιμώμαι και υποτιμώμαι: Η τιμή του δολαρίου ανεβοκατεβαίνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανεβαίνω — (AM ἀναβαίνω) 1. βαδίζω ή κινούμαι προς τα επάνω 2. επιβιβάζομαι σε μεταφορικό μέσο ή ιππεύω, καβαλικεύω άλογο, μουλάρι κ.λπ. 3. κατευθύνομαι προς τον Θεό 4. φθάνω στον νου ή στην καρδιά 5. φυτρώνω 6. (για τιμή ή αξία) αυξάνομαι 7. (για ποτάμι)… …   Dictionary of Greek

  • ανεβοκατέβασμα — το η πράξη του ανεβοκατεβάζω ή του ανεβοκατεβαίνω …   Dictionary of Greek

  • διακυμαίνομαι — (Α διακυμαίνω) νεοελλ. αυξομειώνομαι, ανεβοκατεβαίνω αρχ. 1. σηκώνω κύματα 2. εξεγείρω …   Dictionary of Greek

  • κυμαίνω — (AM κυμαίνω) [κύμα] 1. (για θάλασσα) υψώνομαι σε κύματα, κυματίζω, εξογκώνομαι, φουσκώνω («ὑπό πόντον ἐδύσετο κυμαίνοντα», Ομ. Οδ.) 2. (για γραμμή στρατιωτών) κινούμαι όπως το κύμα, ελίσσομαι, κινούμαι κυματοειδώς («τῆς δ ὑφ αὑτῷ στρατιᾱς τὸ… …   Dictionary of Greek

  • μπαινοβγαίνω — και μπαιζοβγαίνω (Μ μπαινοβγαίνω και ἐμπαινοβγαίνω) 1. μπαίνω και βγαίνω κάπου πολύ συχνά («εμπαινοβγαίναν οι γιατροί κι όλοι τόν εφοβούνταν», Ερωτόκρ.) 2. επισκέπτομαι κάποιον ή κάτι πολύ συχνά, συχνάζω («τόν είδα πολλές φορές να μπαινοβγαίνει… …   Dictionary of Greek

  • περνοδιαβαίνω — Ν περνώ και διαβαίνω, περνώ κατ επανάληψη από δρόμο, σπίτι ή γειτονιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < περνώ + διαβαίνω (πρβλ. ανεβοκατεβαίνω)] …   Dictionary of Greek

  • συγκυμαίνομαι — Α (για τον Ατλαντικό Ωκεανό) είμαι πολύ τρικυμιώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + κυμαίνομαι «ανεβοκατεβαίνω, συνταράσσομαι» (< κῦμα)] …   Dictionary of Greek

  • αυξομειώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, μια προσθέτω και μια αφαιρώ· συνηθέστ. το μέσο αυξομειώνομαι ανεβοκατεβαίνω: Η ταχύτητα του αυτοκινήτου καλό είναι να αυξομειώνεται …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)